[το κυνηγητό των Μοιρών]
της ζωής μου την πέτρινη μοίρα
 σε θρύψαλα σπάσαν του νου οι αντάρτες,
 είναι οι μνήμες που μου 'δωσε η μήτρα
 βαπτισμένες στου χρόνου τη δίνη.
βουτώ στης μουσικής το στόμα
 το μυαλό μου στραγγίζω στο χώμα,
 κι απ' τη λάσπη του φτιάχνω το σώμα
 για να βγω απ' του χρόνου τη δίνη.
του Αδάμ το χωμάτινο δέρμα
 θα ξεσκίζω μπροστά στη σελήνη,
 την ψυχή μου θ’ αρπάξω απ' τα μάτια
 να την ρίξω στου χρόνου τη δίνη.

[Το παιχνίδι του συμπάντου]
Καταριέται η ανάγκη τ' αστέρια
 μαύρες τρύπες να γίνουν και σκόνη,
 μ' ευλογία όμως ντύνει το πιόνι
 που η τύχη κουνά στη σκακιέρα.
Κι όταν γίνει η τύχη ανάγκη
 ο Θεός θα συλλέξει τη σκόνη,
 θα την βρέξει με το αίμα της Εύας
 και θα πλάσει το νέο του πιόνι.
Μα η σκακιέρα συνέχεια γυρίζει
 της ανάγκης οι κόρες την σπρώχνουν,
 κι αν τα πιόνια αυτό πια δεν το νιώθουν
 είναι πού ‘μαθαν μόλις του χρόνου το δίνειν.

[καταδίκων εσχάτη]
κι εγώ πιόνι που οι μοίρες το φτύσαν
 που τ’ αστέρι του οι τρύπες ρουφήξαν
 τώρα νεύω το χέρι στο χρόνο
 δεν κοιτά, περιμένω, ματώνω.
τη γροθιά μου σηκώνω όπου λάχει ξεσπάω
 με νότες που γράφω κλωστές ξεγελάω
 μα δε βρίσκω τον τρόπο και απλά ακολουθάω
 για να πέσω ξανά μες στου χρόνου τη δίνη.
καταριέμαι τη δίκη που κρύβει το λόγο
 ουρλιάζω σα λύκος για ένοχο φθόνο
 στην πύρα βουτώ προσδοκώντας τη στάχτη
 ένας φοίνικας πού ‘πεσε θύμα σε απάτη.
Advertisements