-αμφιβολία και ενοχή, γράφει απ’έξω
το σπιρτόκουτο.
Τρέμει.
Το χέρι τώρα τρέμει.
κι ο νους;
Ο νους φταίει
γιατι ξέρει, ήξερε προτού.
Τώρα τρέμει κι αυτός για το είναι.
-Πόνος και φόβος,
επισκέπτες ακάλεστοι
ορίζουν τη δύναμη του χεριού.
Κι αν εκέινος ήξερε
το εγώ της αβύσσου του είπε
ποιον δρόμο να πάρει.
-Ίσως πάλι το εγώ να μην είναι.
Ήταν για λίγο κάποτε.
Μα τώρα υποτάχθηκε.
Υποτάσσεται, όπως κι ο νους.
Και μένει το χέρι
Δίχως νου, μόνο νιώθει.
Δίχως εγώ, μόνο κλώθει.
Κουρτίνες κλώθει χάρτινες,
για να κρύψει τους καθρέφτες
του πόνου και του φόβου.
-Πόνος για το είναι
Φόβος για το μη.
Παρελθόν και Μέλλον.
Βέβαια πλέον και τα δυο
Το παρόν, χλωμό χαρτί που καίγεται.
Σπίρτα.
Αμφιβολία για την ενοχή,
ή το αντίθετο;
Πόνος για το φόβο;
το αντίθετο.
Advertisements